Δευτέρα, 23 Ιουνίου 2014

Αναμνήσεις - Τζιτζιβάκος Δημήτριος

   
Ονομάζομαι Τζιτζιβάκος Δημήτριος γεννήθηκα το 1940 στο παλιό χωριό.  Από λάθος της κοινότητας το επώνυμο μου γράφτηκε λάθος, του πατέρα μου , το σωστό,  ήταν Τζιτζιφάκος. Πατέρας μου ο Νικόλοας γεννήθηκε το 1902 στον Μούδρο στη Λήμνο, η μητέρα μου Ελένη γεννήθηκε το 1907 στην Καρυά της Ανατολικής Θράκης. Η μάνα μου έφυγε από την Καρυά πέντε χρονών. Οι Τούρκοι σκότωσαν τον πατέρα της. Είχε αντιληφθεί να κλέβουν τα πρόβατά του, βγήκε να δει και τον πυροβόλησαν.  Με πλοίο από τα  νότια έφυγε με την υπόλοιπη οικογένεια της και έφτασαν στον Βόλο.  Εκεί  η κατάσταση ήταν πολύ δύσκολη. Η μάνα της αναγκάστηκε να την δώσει ως ψυχοπαίδι σε μια άκληρη οικογένεια στον Πειραιά, αφού ήταν χήρα, είχε άλλα δύο παιδιά και δεν μπορούσε να τα φροντίσει. Δεν άντεξε όμως, μετά από λίγο καιρό πήγε με το τρένο στον Πειραιά μόνη της, βρήκε την οικογένεια και πήρε πίσω τη μάνα μου. Τα βάσανά τους δεν είχαν τελειωμό, μετά από 40 μέρες πέθανε η μάνα της κι έτσι  έμειναν ορφανοί και από τους δυο γονείς. Ευτυχώς τους βοήθησαν οι άλλοι συγγενείς. Βοηθιούνταν τότε ο κόσμος, είχαν αγάπη, στέκονταν σε αυτούς που χτυπιούνταν. Μετά από μερικά χρόνια γυρίζουν πίσω στην Καρυά στην πατρίδα τους, όχι όμως για πολύ. Ξαναφεύγουν στην Ελλάδα για πάντα αυτή τη φορά, το 1922 μάλλον, με τα κάρα. Το κοπάδι τους το έφερε ο θείος τους που ακολουθούσε από πίσω. Εγκαταστάθηκαν μαζί με τους άλλους συγχωριανούς τους στο παλιό Καρά-Μπέη. 
Τον πρώτο καιρό δούλευαν στα τσιφλίκια των Τούρκων μπέηδων, ωσότου έφυγαν κι αυτοί για την Τουρκία.  Μέναμε στον πάνω μαχαλά. Το χωριό είχε δύο μαχαλάδες, ήμασταν για σκότωμα τότε, μαλώναμε με το παραμικρό, Ακόμη και στο νέο χωριό, τα πρώτα χρόνια μαλώνανε με τα παλούκια. Τέλος πάντων, το σπίτι που μέναμε ήταν ένα παλιό τούρκικο σπίτι, το  θυμάμαι γιατί έζησα εκεί, με τσατμά, πλιθιά και ξύλα, ντολμά το λέγανε. Από το παλιό χωριό θυμάμαι το σχολείο, την κοινότητα, την εκκλησία ( εκεί βαφτίστηκα), την πλατεία, τα καφενεία, το παλιό διώροφο τουρκόσπιτο (σπίτι του Μπέη) έμενε ο γραμματέας της κοινότητας Κυραιτζής, τα νεκροταφεία, τον μύλο και την κορδέλα του Πουλουκτσή, τον φούρνο του Πελτέκη ( αυτός ήταν Ηπειρώτης, όλοι τους ήταν κουλουράδες), τη μεγάλη μουριά στο κέντρο της πλατείας, την αγελαριά ( μεγάλος και πλατύς δρόμος απ' όπου περνούσανε τα αγελάδια για τη βοσκή. Θυμάμαι την περίοδο της κατοχής που ερχόταν τα βράδια και χτυπούσαν την πόρτα του σπιτιού μας και μας ζητούσαν τρόφιμα. Θυμάμαι τους Βουλγάρους, μια κρύα νύχτα με ένα μέτρο χιόνι, αργά τα μεσάνυχτα μας έβγαλαν έξω και είχαν εντολή να κάψουν το σπίτι μας. Ήρθε τότε ο πρόεδρος Τσιτάκωφ και τους σταμάτησε. Είχαν κάνει λάθος, ένα διπλανό σπίτι είχαν στόχο. Το άλλο πρωινό γκρέμισαν το διπλανό σπίτι γιατί κάποιος είχε καταγγείλει ότι ο ιδιοκτήτης συνεργάζονταν με την ομάδα του καπετάν Βαγγέλη.
Πλημμύρες... Όταν ο Νέστος φούσκωνε η βοή του ακούγονταν από μακριά, από τη Χρυσούπολη. Τότε έκανε μαζεμένα πολλές βροχές και χιόνια και πλημμύρισε. Μέσα σε 6 μήνες κατέστρεψε το χωριό. Η παλιά η κοίτη, η μάνα όπως την έλεγαν, ήταν προς την περιοχή της Ξάνθης. Αργότερα γύρισε  προς εμάς το ποτάμι και άρχισαν τα προβλήματα, μέχρι που μας κατέστρεψε. Όλο σχεδόν τον συνοικισμό των Καρυωτών, λίγο την πλατεία και ένα μέρος των Καραμπιωτών, αυτών που τα σπίτια τους ήταν ανατολικά. Το  σπίτι μας δεν καταστράφηκε, μόνο ο αγλάς, η ξύλινη περίφραξη όπου ελεύθερα είχαμε τα ζώα μας. Το ποτάμι χτυπούσε μια εδώ και μια απέναντι, κούφωνε το χώμα και έπεφταν τα σπίτια.
Σχολείο... Σαν όνειρο θυμάμαι, πρέπει να πήγα το '46 στο παλιό χωριό με δάσκαλο τον Αριστείδη Γανίτη, από Καβάλα, κοινοτικός δάσκαλος. Μια πήγαινα πρώτη μικρή. μια πρώτη μεγάλη.  Αργότερα το σχολείο έγινε τυροκομείο και πολύ αργότερα το γκρέμισαν να γίνει χωράφι. Το σχολείο ήταν μεγάλο, ωραίο, ψηλό, σοβαντισμένο. Δε θυμάμαι άλλους δασκάλους στο παλιό χωριό. Από τα αδέρφια μου για κάποια Κρεμμύδου  άκουγα.  Μια χρονιά πήγα σε αυτό το σχολείο. Την επόμενη χρονιά φοίτησα στο σχολείο στον νέο οικισμό. Μέναμε στο παλιό χωριό και καθημερινά ερχόμασταν και γυρίζαμε με τα πόδια. Δεν ήμουν καλός μαθητής, δεν ήθελα καθόλου τα γράμματα, αγαπούσα να φροντίζω τα ζώα. Η αδερφή μου που ήταν δυο χρόνια μικρότερη  τελειώσαμε μαζί το σχολείο. Το πρωί μάθαινα την αριθμητική, το βράδυ την ξεχνούσα. Το σχολείο στο νέο οικισμό ήταν με πλοκάδια, εδώ που βρίσκονται οι σημερινές  τουαλέτες. Τους δασκάλους αυτού του σχολείου τους θυμάμαι, την Άννα, την Πόπη, τον Γιάννη Δημόπουλο ( ψηλός, λεπτός, μελαχρινός, πανέξυπνος Πελοποννήσιος), το Σάσακη.  Με τα πλοκάδια κανά 2-3 χρόνια λειτούργησε το σχολείο.  Πέμπτη και έκτη τάξη τις βγάλαμε στο καινούριο. Μας είχε ο Καρυοφύλλης ο Χρήστος. Με αυτόν έμαθα γράμματα. Δεν υπήρξε καλύτερος δάσκαλος. Παρόλο που με φώναζε μπουμπούνα, δεν τα έπαιρνα τα γράμματα. Τον φωνάζαμε "Γάτο", ήταν πανέξυπνος, πονηρός, μας έπιανε στα πράσα. Όπου και να πηγαίναμε το μάθαινε. Ήταν αγαπητός σε όλο τον κόσμο. Ήταν σεμνός και ταπεινός, νομοταγής. Εμένα με είχε το δεξί του χέρι, με αγαπούσε πολύ αν και ήμουν τελευταίος μαθητής. Από αυτόν έμαθαν γράμματα τα παιδιά, έγιναν πολλοί επιστήμονες. Ένα μαλλί σπαστό, καλοντυμένος, ομορφάντρας. Τον αγαπούσαμε  όλοι. Δάσκαλος καλός, σπουδαίος άνθρωπος. Είχε όμως τη βέργα, ήταν τέτοια η εποχή. Έβγαλε παιδιά με αξίες, πολλά παιδιά επιστήμονες. Έβγαλα το σχολείο 16 χρονών, έμενα στάσιμος.   
Ήρθαμε το 1947 στο νέο χωριό, φοβόμασταν τους αντάρτες. Κάναμε από την αρχή σπίτι. Μας έδωσε οικόπεδο το κράτος εδώ στην πιάτσα. Άλλοι πήραν από τον εποικισμό , εμείς κάναμε δικό μας. Το 1964 έφυγα Γερμανία και γύρισα το 1975. Το πρώτο σπίτι το κάναμε πρόχειρα με πλοκάδια- βεργιά, λάσπη και βουνιά ( για να πιάσει).  Σπίτι κάναμε το 1965.
 Πάλη... Στην πλατεία θυμάμαι τον Σαμπρί, ήταν ο τέλειος παλαιστής. Ερχόταν Σερραίοι, Εβρίτες. Αυτός ήταν από το Εύλαλο  αλλά τον αγαπούσαμε ως δικό μας. Είχε καλό κορμί, γλιστρούσε σαν χέλι για αυτό νικούσε πάντα. Ήταν ψηλός, μέση δαχτυλίδι, παλαιστής από τους λίγους., καλός αθλητής.

Τζιτζιβάκος Δημήτριος


Νέα Καρυά 13-3-2014

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου