Τρίτη 7 Μαρτίου 2017

Αναμνήσεις - Κουτσομύτη - Αδαλάκη Βασιλική



    Γεννήθηκα το 1933 στον Οκτώβριο στο παλιό χωριό. Ο πατέρας μου Ανέστης ήταν από την Καρυά της Ανατολικής Θράκης και γεννήθηκε το 1906. Η μάνα μου ήταν η Σταυρούλα Γεωργουλά και γεννήθηκε κι αυτή το 1906. Ήταν από το ίδιο χωριό. Στην Ελλάδα οι δικοί μου ήρθαν δύο φορές ως πρόσφυγες. Την πρώτη, το 1914 αν δεν κάνω λάθος και τη δεύτερη το 1922. Στην πρώτη προσφυγιά του πατέρα μου το σόι (ο πατέρας του, η μάνα του, ο αδερφός και η αδερφή του) βγήκε στα Φάρσαλα. Δούλευαν στο Βόλο σε καπνά. Ο πατέρας του πέθανε στα Φάρσαλα, όπως και η δεκαοκτάχρονη αδερφή του. Ο πατέρας μου ήταν εφτά οχτώ χρονών τότε, ο μικρότερος. Της μάνας μου το σόι το ίδιο διάστημα βγήκε στην Κεραμωτή και αργότερα πήγαν στη Θάσο. Όταν μετά από χρόνια ηρέμησαν τα πράγματα ξαναγύρισαν στην πατρίδα τους.

   Το 1922 όμως ήρθαν οριστικά στην Ελλάδα. Η γιαγιά μου η Φεγγαρίνα στο δρόμο της δεύτερης προσφυγιάς καθώς ήταν έγκυος γέννησε το παιδί της στον Πόρο της Αλεξανδρούπολης. Το παιδί αυτό ήταν ο Αναστάσης Γεωργουλάς.
Τ    ελικά κατέληξαν στο Καρά-Μπέη. Ο πατέρας μου όμως για χρόνια μένανε στην Καβάλα, είχαν μανάβικο στο Σούγιελο. Χρόνια αργότερα, επειδή όλοι οι συγγενείς ήταν στο Καρά-Μπέη, ήρθαν κι αυτοί εδώ. Το 1925 παντρεύονται.
    Μεγάλωσα στο παλιό χωριό. Πρόλαβα και έβγαλα την Α’ τάξη δημοτικού στο παλιό σχολείο. Δασκάλα είχα κάποια Μαρίκα. Στη Β’ τάξη πρόλαβα και πήγα μόνο έναν μήνα γιατί ξέσπασε ο πόλεμος. Ήρθε η Πόπη η δασκάλα και μας είπε να φύγουμε, να πάμε στα σπίτια μας, έγινε πόλεμος. Το σχολείο είχε τρεις αίθουσες, ένα γραφείο και έναν μακρύ διάδρομο. Οι τάξεις ήταν δύο δύο. Ήταν κοντά στην πλατεία. Εμείς μέναμε πολύ μακριά.
     Στην κατοχή θυμάμαι τους Γερμανούς με τα άλογα. Πήγαιναν στα σπίτι να πάρουν ζώα. Όταν ήρθαν στο σπίτι μας, είχαμε πολλά ζώα. Ο πατέρας μου ήταν νοικοκύρης. Τότε επέστρεφε από την Προσοτσάνη με τα πόδια. Ήταν φαντάρος, έλαβε μέρος στον πόλεμο. Μας πήραν τελικά μόνον ένα ζώο. Λίγο μετά ήρθαν οι Βούλγαροι.
   Όταν ξεκίνησε ο πόλεμος πήγαμε για την Καβάλα, να γλιτώσουμε. Μας γύρισαν όμως οι φαντάροι. Από τη βουλγαρική κατοχή θυμάμαι ότι οι στρατιώτες έρχονταν και άρπαζαν ό,τι είχαμε. Ο κόσμος αναγκαζόταν να κρύβει πράγματα, σιτάρι, λιγοστό κρέας, καλαμπόκι, κουκιά, ό,τι είχε κάθε οικογένεια. Σου άφηναν τα εντελώς απαραίτητα για να καταφέρεις να ζήσεις. Φοβόμασταν. Η οικογένειά μου, όπως και οι περισσότεροι χωριανοί, ήταν τροφοδότες των ανταρτών. Ο πατέρας μου ήταν και επίτροπος στην εκκλησία.
    Όταν έφυγαν οι Βούλγαροι, το φθινόπωρο του 1944, το σχολείο λειτούργησε με την ευθύνη του ΕΑΜ. Έστειλαν κάποιον δάσκαλο από Καβάλα, τον Γανίτη. Σε εκείνο το σχολείο πήγα στη Β’ τάξη. Την επόμενη χρονιά πέρασα δύο τάξεις μαζί όπως και πολλά παιδιά γιατί ήμασταν μεγάλοι. Στην Ε’ τάξη ήρθα στο καινούριο το χωριό.
     Το σπίτι μας το πήρε το ποτάμι. Από τα πρώτα δύο σχεδόν χρόνια μέναμε στα Πεντακόσια και μέναμε σε ένα καλύβι. Αυτό το διάστημα πηγαίναμε στο παλιό χωριό στο σχολείο.
Για ένα διάστημα μείναμε στο παλιό χωριό σε κάποια θεία μας και μετά πήγαμε στα Πεντακόσια.
    Στην Ε΄ τάξη εδώ είχαμε την Πόπη. Την Άννα την είχα στο παλιό χωριό. Το σχολείο εδώ έμοιαζε σαν αχυρώνας, ένας θάλαμος. Με βεργιά και πλοκάδια, σοβατισμένο με λάσπη. Ήμουν μεγάλη και τα παράτησα στην Ε’ τάξη και δεν ξαναπήγα. Άλλα τέσσερα κορίτσια θυμάμαι που ήταν κι αυτές και τα παράτησαν. Αργότερα χτίστηκε άλλο, μεγάλο, καλό σχολείο αλλά δεν πήγα.
    Θυμάμαι ότι ο αδερφός μου ο Γιάννης επειδή ήταν μεγάλος από την Ε’ τάξη, πήγε κατευθείαν στο Γυμνάσιο. Η Πόπη του έδωσε απολυτήριο, όπως και σε κάποιους άλλους.
Από τον εποικισμό δεν πήραμε σπίτι γιατί είχαμε ήδη κάνει (χτίσει) δικό μας καλό. Αυτό το σπίτι υπάρχει. Ήταν από τα καλύτερα του χωριού. Έτσι, αν και πλημμυροπαθείς, δεν δικαιούμασταν σπίτι. Σε αυτό το σπίτι έμεινε με το μωρό της η δασκάλα η κ .Άννα.
Ήρθαμε από τους πρώτους στο νέο χωριό. Στο οικόπεδο που μας έδωσαν χτίσαμε το σπίτι. Το νέο χωριό ονομαζόταν Χίλια.
    Το 1954 παντρεύτηκα, στις 17 Οκτωβρίου, τον Λευτέρη Αδαλάκη, με προξενιό, στον Αη Γιάννη, με ιερέα τον πατέρα Απόστολο.
Στο παλιό χωριό οι Καρυώτες παντρεύονταν Καρυώτες, οι Καραμπιώτες παντρεύονταν Καραμπιώτες. Εδώ στο νέο χωριό ανακατεύτηκε ο κόσμος.   



Κουτσομύτη Βασιλική
Νέα Καρυά 29-3-2016

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου