Κυριακή, 15 Μαΐου 2016

Αναμνήσεις - Γκλαβάκης Ευάγγελος

    Λέγομαι Γκλαβάκης Ευάγγελος του Χρυσόστομου και της Σταυρούλας, το γένος Τσάλπα. Γεννήθηκα με τους γάτους στις 18 Ιανουαρίου (ο μήνας των γάτων)  του 1940 στο παλιό χωριό. "Ρώτηξε κάποιον ο Θεός τι ήθελες να ήσουν;"  "Να ‘μουν το Μάιο γάιδαρος, τον Αύγουστο κριάρι, όλο το χρόνο κόκορας και γάτος το Γενάρη".
     Ο πατέρας μου γεννήθηκε στην Καρυά της Ανατολικής Θράκης, μάλλον το 1909, και ήρθε εδώ ως πρόσφυγας μικρός. Δύο προσφυγιές είχαν. Την πρώτη φορά ήρθαν στην Ελλάδα και βγήκαν στον Αλμυρό του Βόλου, κοντά στα Φάρσαλα, όπου έμειναν λίγο καιρό. Ξαναγύρισαν στην πατρίδα όπως όλοι. Τη δεύτερη φορά ήρθαν με τα κάρα και απ’ ότι άκουγα εγκαταστάθηκαν προσωρινά στο Δοξάτο Δράμας. Εκεί ήταν θαμμένος και ο παππούς μου ο Κωνσταντίνος Γκλαβάκης. Ο πατέρας μου στην εκκλησία στον Αϊ- Μηνά ήταν παπαδάκι (ξεφτέρι) και μαζί με άλλα παιδιά βοηθούσαν τον παππά του χωριού. Ο παππούς ο Κωστάκης ήταν ευκατάστατος στην πατρίδα, είχε χωράφια και πρόβατα. Από τη γιαγιά του την Κατερίνα, Κωστάκαινα τη φώναζαν, είχα ακούσει ότι το σακάκι του μπαμπά μου, το  έχει ντουμπλαρισμένο (μέσα στη φόδρα) με λίρες. Ήταν μικρός και δεν τον έψαξαν οι Τούρκοι. Κι ήρθαν στην Ελλάδα με χρυσό, με λίρες.

     Η μητέρα η Σταυρούλα ήταν κι αυτή από την Καρυά. Στα 16 της χρόνια είχε γεννήσει τον πρώτο μου αδερφό, τον Κωνσταντίνο. Ο πατέρας της Θανάσης Τσάλπας διατέλεσε κοινοτικός σύμβουλος στην Καρυά. Ήταν ψηλός άνθρωπος, αντρούκλα και όταν βγήκαν πρόσφυγες στον Βόλο δεν τον έπαιρνε κανείς στη δουλειά, στο μεροκάματο, γιατί έλεγαν ότι τρώει πολύ. Όταν κάποιος τον πήρε στη δούλεψή του, είπε: «Δεν τρώει ο άνθρωπος πολύ» κι έτσι άρχισε να βρίσκει κανένα μεροκάματο. Όντως, δεν έτρωγε πολύ, δεν ήταν φίλος του φαγητού. Και της μητέρα μου το σόι, όπως και οι περισσότεροι Καρυώτες, γύρισαν πίσω στην πατρίδα και ξεριζώθηκαν για δεύτερη φορά, οριστικά το ’22. Παντρεύτηκαν εδώ στο παλιό χωριό με προξενιό. Έλεγε η «συχωρεμένη» μητέρα μου όταν πήγαν να τη ζητήσουν, ήταν σκεπασμένη κάτω από την κουβέρτα και κρυφοκοίταζε και κρυφάκουγε τι έλεγαν οι προξενητάδες. Ο παππούς είπε ότι ήταν πολύ μικρή, οι άλλοι είπαν εμείς την παίρνουμε και έγινε το προξενιό. Κάνανε πέντε παιδιά, όλα αγόρια. Εγώ είμαι ο Βενιαμίν.
Το σπίτι μας ήταν στον μαχαλά των Καρυωτών, τον πάνω μαχαλά, προς το Τόιλαρ.
                                             Η πλατεία του χωριού (σχέδιο).

Ήμουν τεσσάρων χρονών όταν οι Βούλγαροι πήραν μια ομάδα αντρών από το Μοναστηράκι για να τους εκτελέσουν. Τους εκτέλεσαν πίσω από το σπίτι το δικό μας και του Μηνά του Πουλουκτσή, στο δρόμο προς το Τόιλαρ. Είχαμε ένα μικρό παραθυράκι του σπιτιού και είδα την εκτέλεσή τους. Θυμάμαι τον φόβο και το δέος που ένιωθα εκείνες τις στιγμές. Ήταν νύχτα. Ο πατέρας μου είπε: «πάει σκότωσαν τον Χαράλαμπο (Γκλαβάκη)» πρώτο ξάδερφό του. Την άλλη μέρα το πρωί απαγορεύτηκε η κυκλοφορία. Παρ’ όλα αυτά εγώ πήγα να παίξω με τα ξαδερφάκια μου. Στο γυρισμό συναντήθηκα με μια βουλγάρικη περίπολο με δύο άντρες. Ο ένας με ρώτησε: «κακ σε κάζβας - πώς σε λένε;» Δεν ήξερα βουλγάρικα και δεν απάντησα. Με ρώτησε ο άλλος στα ελληνικά. Απάντησα: «Βαγγέλη». Ο  πρώτος είπε: «Α μπε όλα Βαγγέλα - όλους Βαγγέληδες τους λένε!» εννοώντας τον καπετάν Βαγγέλη, και με τράβηξε μια κλοτσιά και έπεσα στο χαντάκι στα χιόνια. Γύρισα στο σπίτι και διηγήθηκα το γεγονός. Όταν επιτράπηκε η κυκλοφορία πήγαμε όλα τα παιδιά και μαζευτήκαμε στο δέντρο που τους εκτέλεσαν. Είδα ένα δάχτυλο κομμένο και ένα μάτι μέσα στα αίματα. Τους νεκρούς τους είχαν πετάξει μέσα στο ποτάμι την ίδια νύχτα. Επίσης θυμάμαι όταν ήρθαν και πήραν τον πατέρα μου για να τον σκοτώσουν. Ήρθαν δύο βούλγαροι στρατιώτες με τα όπλα και τον σημάδευαν, όταν όμως είδαν μέσα στο σπίτι τα πέντε παιδιά του ξαπλωμένα στρωματσάδα σκεπασμένα με χαλιά, λυπήθηκαν εμάς και δεν τον εκτέλεσαν.
Μας είχαν επιτάξει το καφενείο και τα βοοειδή.
Όταν έφυγαν οι Βούλγαροι ξέσπασαν οι μεγάλες πλημμύρες που ήταν και καταστροφικές. Και πριν είχε πλημμύρες αλλά δεν γίνονταν μεγάλες ζημιές. Χειμώνας του ’45 προς άνοιξη του ’46 ο πατέρας ήρθε απ’ το καφενείο και είπε στη μάνα μου ότι το νερό πλησίασε στα πενήντα μέτρα από το σπίτι. Κατά τα χαράματα σήμανε συναγερμός. Ήδη οι περισσότεροι ήταν σε επιφυλακή. Συγγενείς και γείτονες συνεδρίασαν για να δουν αν γκρεμίσουν το σπίτι, για να πάρουν τα υλικά, ότι μπορέσουν και περισώσουν ή αν θα περίμεναν να υποχωρήσουν τα νερά. Η ελπίδα πεθαίνει τελευταία. Τελικά το ποτάμι από τη μια πλευρά άρχισε να παίρνει το σπίτι και από την άλλη εμείς το χαλούσαμε και παίρναμε ό,τι υλικά μπορούσαμε, κεραμίδια, πόρτες, παράθυρα, ταβάνια, πατωσιές, καδρόνια (μακάσια). Προλάβαμε και πήραμε αρκετά. Προσωρινά μείναμε στο Χρυσοχώρι σε έναν συγγενή. Έπειτα αφού έπεσαν τα νερά, ξαναγυρίσαμε στο χωριό και μας έδωσε ο Τσεντέμης Αθανάσιος, φίλος του πατέρα, ένα δωμάτιο να μείνουμε. Το καφενείο μας δεν είχε πειραχτεί. Καθίσαμε ένα εξάμηνο μέχρι που κάναμε κοντά στα μνήματα ένα πρόχειρο αχυροκάλυβο με τσατμά και βεργιές.
 Όταν μέναμε στου Τσεντέμη ήρθε η ηλικία να πάω σχολείο. Δεν πήγα όμως γιατί δεν μου άρεσε. Ήρθε ο Αριστείδης ο δάσκαλος με μια αρμαθιά σύκα να με καλοπιάσει κι έτσι πήγα την επόμενη ημέρα. Την πρώτη μέρα πήγα πρώτα στη μητέρα του, που διέμενε στο γραφείο του σχολείου. Μου έδωσε σοκολάτες που έδινε η Ούντρα και με ξεγέλασε και πήγα σχολείο. Το μισό χωριό ήδη είχε μετακομίσει στα «χίλια», στη σημερινή τοποθεσία. Εμείς δεν φύγαμε γιατί είχαμε το καφενείο και στα «πεντακόσια» είχαμε το μαντρί μας. Τελείωσα το σχολειό το 1953. Είχα μείνει και μια χρονιά στάσιμος. Οπότε πρέπει να ξεκίνησα το ’46. Από το σχολείο στο παλιό χωριό θυμάμαι τον Γανίτη, τον Φαμφάνη και την Γεωργία Κρεμμύδου. Ήδη στον  νέο οικισμό υπήρχε το καθεαυτό σχολείο. Εδώ ήταν και η διεύθυνση. Ένα ή δύο χρόνια πήγα σε εκείνο το σχολείο. Στο εδώ σχολείο διευθύντρια ήταν η Πόπη. Επίσης ήταν η κυρία Άννα, ο Σασάκης (νομαρχιακός) και αργότερα ο Καρυοφύλλης ο Χρήστος, ο «γάτος». Με αυτόν μάθαμε γράμματα. Τι θα μαθαίναμε με την Πόπη. Όλη μέρα έπλεκε κάλτες, πουλόβερ. Δεν πρόσεχε ποιος διάβαζε, έλεγε συνεχώς άλλος. Δύο διάβαζαν, πέντε δεν διάβαζαν, την είχαμε πάρει χαμπάρι.
Δείραμε εγώ και ο Αποστόλης (Γιαραμάζης) έναν συμμαθητή μας μόλις σχολάσαμε, έξω από το σχολείο. Μας είδε η κ. Πόπη και μας έδειρε. Τον ξαναδείραμε εμείς και μας είδε και φώναξε: «Άμα είναι νταήδες ας έρθουν αύριο σχολείο». « Αμ δε κ .Πόπη». Έτσι ξαναγυρίσαμε από το φόβο της διευθύντριας στο άλλο σχολείο και πηγαινοερχόμαστε με τα πόδια καθημερινά. Όταν καταργήθηκε το άλλο σχολείο, αναγκαστικά επέστρεψα μάλλον στη Γ’ τάξη. Τα παιδιά είχαμε μια διαμάχη. Έπεφτε ξύλο γιατί μας φώναζαν «Χιλιώτες» ενώ αυτοί ήταν Καραμπιώτες. Έτρωγαν ξύλο αυτοί!!! Ήταν μειοψηφία. Αυτό γινόταν και στο παλιό χωριό. Και οι μπαρμπάδες μας δέρνονταν. Δεν είχαν οι Καραμπιώτες  δικό τους καφενείο και βρίσκαν «άσυλο» στο δικό μας που ήταν στο σύνορο των δύο μαχαλάδων. Στο μαγαζί είχαμε γραμμόφωνο. Δεν κοτούσαν να πάνε στα άλλα. Όταν ήρθαν στο νέο χωριό οι Καραμπιώτες ζήτησαν να κάνουν δικό τους μαχαλά ξεχωριστά από εμάς. Αλλά οι αρχές αρνήθηκαν  (ο μηχανικός Καλογερόπουλος), ανακατευτήκαμε κι έτσι περιορίστηκε η διαμάχη.
Δεν έπαιρνες εύκολα γυναίκα από εδώ ή από εκεί. Οι Καρυώτες συμπεθεριάζανε με Καρυώτες. Οι Καραμπιώτες με Καραμπιώτες. Τα παλικάρια αν γάμπριζαν από τον άλλο μαχαλά έτρωγαν ξύλο και τους έδιωχναν. Τους κυνηγούσαν με τα παλούκια.
Παλαίστρα (πάλη)

Τριάντα με σαράντα ζευγάρια πάλευαν από πιτσιρικάδες μέχρι τους μπας πεχλιβάνηδες (τους μεγάλους). Αυτοί έπαιρναν το μπας (το έπαθλο). Έβαζε η κοινότητα ένα δώρο, ένα μοσχάρι, αργότερα το έκαναν χρηματικό ποσό. Η πάλη χάλασε από τότε που ήρθαν οι Σερραίοι που είχαν τελειώσει σχολές. Ήταν επαγγελματίες, δεν μπορούσε να τους νικήσει κανείς. Αποτραβήχτηκαν οι μουσουλμάνοι, έπαψαν να έρχονται. Από το χωριό καλύτεροι ήταν ο Δημητρός Ζιγνέλης, ο Μπουσδρούκης Κωνσταντίνος και ο Ζαμάνης Γιώργος. Από τον Σαμπρή από το Εύλαλο θυμάμαι την κορμοστασιά του. Αθλητικό σώμα. Ήμουν πρώτη γραμμή. Όλη τη μέρα παρακολουθούσα. Στο τέλος οι παλαιστές έβγαιναν με μαντήλι, μάζευαν λεφτά και τα μοιράζονταν. Ένας Αποστόλης Σερραίος έπαιξε τον Σαμπρή αντιαθλητικά. Θα τον έκανε παραλίγο ζημιά. Ήταν ελευθέρας πάλης. Τον νίκησε και από τότε δεν ξαναήρθε.

13-10-2015

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου