Σάββατο, 1 Νοεμβρίου 2014

Αναμνήσεις - Δημητριάδης Φώτης


Νέα Καρυά  12-5-2014 
Ονομάζομαι Δημητριάδης Φώτης. Γεννήθηκα το 1939 στο παλιό χωριό. Οι γονείς μου ήταν από την Ανατολική Θράκη. Ο πατέρας μου Αυγερινός γεννήθηκε το 1908 στο Κρυονέρι και η  μητέρα μου Γιαννούλα του γένους Δρακόπουλου γεννήθηκε το 1910 στην Καρυά. Ο  πατέρα μου και οι δικοί του ως  πρόσφυγες εγκαταστάθηκαν στο Δοξάτο Δράμας. . Ο πατέρας μου ορφανέψει πολύ μικρός και  μεγάλωσε με το θείο του τον Διαμαντή Μενεξάκη, Καρυώτη στην καταγωγή που είχε έρθει πρόσφυγας στο Καλαμπάκι. Ύστερα βρήκαν το σόι τους , τους Πουλουκτσαίους και τους Τσακιραίους, και ήρθαν εδώ στο Καράμπεη.  Εδώ γνωρίστηκαν με τη μάνα μου κι παντρεύτηκαν το 1931. Μένανε στον μαχαλά των Καρυωτών και ασχολούνταν με τη γεωργία , όπως και ο περισσότερος κόσμος.
Από την βουλγαρική, αν και ήμουν μικρό παιδί,  θυμάμαι πολύ έντονα μια τραγική εικόνα. Ήταν χειμώνας, είχε χιονίσει πολύ και το  χιόνι ήταν κατακόκκινο  από το αίμα αυτών που είχαν σκοτώσει οι Βούλγαροι. Όλοι ήταν από το Μοναστηράκι και  είχαν φορτώσει τα πτώματα  στο κάρο του Μηνά του Πουλουκτσή.  Απ' ότι είπαν τα είχαν πετάξει στο ποτάμι.
Θυμάμαι και  τις πλημμύρες. Γέμιζε όλος ο κάμπος νερό και ο κόσμος έριχνε σανίδια και ξύλα για να πατήσουν πάνω και να μπορέσουν να πάνε από το ένα σπίτι στο άλλο. Όταν ο Νέστος αγρίεψε για τα καλά και κατέβασε πολύ νερό, βλέπαμε τα σπίτια ζωντανά και ξαφνικά να χάνονται μέσα στις λάσπες.
Το ποτάμι πήρε και το δικό μας σπίτι, όπως ήταν από σάζια δεν είχε μεγάλο βάρος και δεν βούλιαξε αλλά έπλεε , ταξίδευε μαζί με τα ορμητικά νερά και χάθηκε στο ορίζοντα. Η μεγάλη πλημμύρα πρέπει να ήταν το 1946. Και πριν είχε ζημιές, αλλά εκείνη τη χρονιά μας καθάρισε. Οι Καραμπτιώτες  στάθηκαν πιο τυχεροί . Λίγα σπίτια τους πήρε το ποτάμι.  Η εκκλησία και το σχολείο γλίτωσαν από την καταστροφή. Πήγαμε με τη μάνα μου έξω από το χωριό προς το Μοναστηράκι να πλένουν τις κουρελούδες και είχε παρακλάδια το ποτάμι. Ήμουν άκρη στο γιάρι (όχθη)και με τράβηξε ο Σερέτης ο Θανάσης κι εκείνη τη στιγμή υποχώρησε το έδαφος. Έτσι γλίτωσα. Μπουγάδα κάνανε δίπλα στο ποτάμι. Με σταχτόνερο και σόδα έπλεναν τα ρούχα.
Στο Αγίασμα πήγαμε σε κάποιον Αδαμίδη, σε κάποια αποθήκη. Δεν ήταν συγγενείς μας. Φίλος του φίλου... Όποιος μπορούσε βοηθούσε τον άλλον, ήξεραν την κατάσταση. Εκεί πήγα και σχολείο, σε ένα διώροφο ( σημερινή κοινότητα).
Γυρίσαμε το καλοκαίρι στο νέο χωριό. Μας μοίρασαν οικόπεδο. Κάναμε ένα πρόχειρο σπίτι με πλοκάδια , βεργιές και τσατμά.  Αργότερα ο εποικισμός μας έδωσε σπίτι το '47-'48.
Σχολείο πήγα στο παλιό χωριό για λίγο διάστημα. Μετά στο Αγίασμα και συνέχισα εδώ μέχρι που τελείωσα.  Εδώ ακριβώς που είναι το σημερινό είχε ένα πρόχειρο σχολείο.  Άλλοι πήγαιναν στο παλιό χωριό, κυρίως οι Καραμπιώτες, οι υπόλοιποι εδώ. Όλοι μαζί κάναμε μάθημα. Μπορεί να ήταν και εκκλησία και σχολείο μαζί, μέχρι να χτιστεί ο Αϊ Γιάννης.
Μας έδιναν κάθε πρωί γάλα σε κάτι κουτιά από κονσέρβα. Είχαν στρίψει το καπάκι και το κάναμε χερούλι, που λεφτά για μαστραπά. Από τα κουτιά αυτά κάναμε τα παρτέρια για τον ανθόκηπο και το λαχανόκηπο. Οι δάσκαλοι μας έβαζαν να περιποιούμαστε τα παρτέρια.
Κάθε πρωί όλα τα παιδιά φέρναμε από ένα ξύλο για τη σόμπα. Στους κοινοτικούς δασκάλους κάθε μεσημέρι κάποιος έπρεπε να τους πάει φαγητό στο σπίτι. Οι δάσκαλοι εκείνη την εποχή έδερναν. Φέρναμε εμείς τις βέργες, απλώναμε τα χέρια, ανοίγαμε τις παλάμες και...
Το πρόχειρο αυτό σχολείο υπήρξε για 1-2 χρόνια. μετά έγινε το καινούριο. Πρόλαβα το καινούριο, στην Γ΄ τάξη θα πήγα. Από δασκάλους θυμάμαι την Πόπη , την Άννα ( ήταν καλή δασκάλα) και το Σασάκη ( κοινοτικός δάσκαλος, από τη Γραβούνα). Το σχολείο ήταν καλό, ωραίο, καινούριο. Τελείωσα το 1952. Μετά πήγα στο Σερέτη για 3 χρόνια μαραγκός, αργότερα έγινα οικοδόμος.
Ο Αϊ Γιάννης πρέπει να έγινε το 1947-1948 γιατί πήραν τα τούβλα, τα κεραμίδια, τα παράθυρα από την εκκλησία του παλιού χωριού για να τον χτίσουν. Αν δεν αφαιρούσαν τα υλικά, η παλιά εκκλησία θα ήταν ακόμη ζωντανή.
Παλαίστρα... Ο Σαμπρή  ήταν ο πιο δυνατός παλαιστής. Ήταν από το Εύλαλο της Ξάνθης.  Με τα τουρκοχώρια είχαμε νταλαβέρια . Περνούσαμε απέναντι ή με το σάλι ή το καλοκαίρι που να νερά χαμήλωναν περνούσαμε το ποτάμι με τα κάρα. Το Σαμπρή τον αγαπούσε το χωριό, τον περιποιούνταν.  Όλη τη νύχτα γλεντούσαν με νταούλια και ζουρνάδες για να ξημερώσει και να αρχίσει η πάλη. Με τα νταούλια και τους ζουρνάδες γινόταν η πάλη.  Όταν πήγαινε να ρίξει κάποιον, τα νταούλια χτυπούσαν πιο γρήγορα.  Γινόταν μεγάλο πανηγύρι.  Καλοί παλαιστές ήταν και οι Σερραίοι. Στο τέλος κάνανε έρανο και ό,τι  ήθελε ο καθένας έριχνε μέσα στο μαντίλι. Το μαντίλι το κρατούσαν και οι δυο παλαιστές μαζί και μάζευαν τα λεφτά. Έπαθλο  για το νικητή έβαζε η κοινότητα. 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου