Παρασκευή, 28 Μαρτίου 2014

Αναμνήσεις - Καραγιάννη Αλεξάνδρα

Γεννήθηκα το 1939 , στις 2 Οκτωβρίου, στο Καρά-Μπέη, στο παλιό χωριό. Ο πατέρας μου Αθανάσιος Μάλλιος, γεννηθείς το 1912, κατάγονταν από το Κιουπλί (Κιουπλιά)  και η μητέρα μου Δέσποινα Θεοχαρίδου, γεννηθείσα το 1914, από την  Καρυά της Ανατολικής Θράκης. Το 1912, ο παππούς μου ο Σταύρος, της μάνας μου ο πατέρας, συνελήφθη από τους Βουλγάρους, όπως και πολλοί άλλοι Καρυωτάδες, τον έστειλαν στα καταναγκαστικά έργα και δεν ξαναγύρισε πίσω, πέθανε εκεί, δεν τον ξανάδαν.
Οι γονείς μου ήρθαν πρόσφυγες εδώ το 1922. Ο πατέρας μου στο Οργάντζιλαρ (Χρυσοχώρι) και η μητέρα μου ακολούθησαν τους συγγενείς της και εγκαταστάθηκαν στο Καρά-Μπέη ( Νέα Καρυά). Το 1935 παντρεύτηκαν με τον πατέρα μου και έμεινα στης μάνας μου το χωριό. Το σπίτι μας ήταν στους Καρυώτες δίπλα στην εκκλησία του χωριού. Στην αυλή της εκκλησίας υπήρχε και το σπίτι του παπά. Βέβαια ο παπα-Αποστόλης είχε δικό του σπίτι και δεν έμενε σ' αυτό. Έμεναν όμως κάποιοι άποροι, φτωχοί. Το σπίτι μας ήταν ακριβώς δίπλα.
Το σπίτι μας το πήρε το ποτάμι στις μεγάλες πλημμύρες του Νέστου, όπως και των περισσότερων Καρυωτάδων, πήρε και το σπίτι της εκκλησίας και μόλις έφτασε στο ιερό , εκεί σταμάτησε. Πήγαμε προσωρινά στα "Πεντακόσια". Όταν τραβήχτηκαν τα νερά, γυρίσαμε, πήραμε από τα υλικά του σπιτιού, ότι είχε απομείνει. ότι βρήκαμε και συμμαζέψαμε και φύγαμε στα "Χίλια". Στα "Πεντακόσια" ζούσαμε σε μια καλύβα.
Ο Νέστος πριν την καταστροφική πλημμύρα, κάθε χρόνο έφερνε τόσο νερό, που έφτασε στο ύψος των παραθύρων. Το νερό έμπαινε στα σπίτια μας, έφτανε ως το ύψος των κρεβατιών μας. Μας φώναζε η μάνα μας να μην κατεβούμε από τα κρεβάτια, να μην πνιγούμε. Θα ήμουν 3-4 χρονών τότε. Υποχωρούσε το νερό, άδειαζαν τα σπίτια και τα καθάριζαν και άντε πάλι από την αρχή. Στην περίοδο της βουλγαρικής κατοχής και τότε είχαμε πλημμύρες.
Σχολείο δεν είχα πάει ακόμη όταν έγινε η μεγάλη πλημμύρα. Έρχονταν το ποτάμι, φούσκωνε, άφριζε και έτρωγε το χώμα και κατάπινε τα σπίτια. Θυμάμαι ένα κορίτσι που έπεσε στα νερά και κινδύνεψε να πνιγεί. Έπεσε κάποιος μεγάλος και την έσωσε. Μου έμεινε το κόκκινο φορεματάκι που φορούσε και φούσκωνε μέσα στο νερό. Εμείς κλαίγαμε, φωνάζαμε, ευτυχώς σώθηκε. Ζει ως σήμερα. Τασούλα Τσατλογιάννη την έλεγαν.
Από το σπίτι μας κάτι έμεινε, δεν καταστράφηκε τελείως. Ήρθαμε από τους πρώτους εδώ στο νέο οικισμό, το '46. Κάναμε ένα μικρό σπίτι, μια σάλα και ένα δωμάτιο, όλο κι όλο και μέναμε εδώ. Η επιλογή της τοποθεσίας δεν ήταν τυχαία. Πάνω στον κεντρικό δρόμο Χρυσούπολης - Κεραμωτής και πίσω από το ανάχωμα για μεγαλύτερη ασφάλεια. Είχαν κατασκευαστεί και μερικές παράγκες για να στεγαστούν αυτοί που έχασαν τα σπίτια τους. Ήταν τότε και η "Ούντρα" που μοίραζε τρόφιμα στον κόσμο. Όταν ήρθαμε, τα σπίτια ήταν ελάχιστα, πάρα πολύ αραιά, το ένα εδώ και το άλλο εκεί. Είχαν μοιραστεί τα οικόπεδα. Τότε πρόεδρος του χωριού ήταν ο Καφετζόπουλος ο Ανέστης.
Ενώ ήμασταν στα "Πεντακόσια" τελειώσαμε το σπίτι μας εδώ. Δεν είχαμε ακόμη μετακομίσει, ήρθε ο παπα-Απόστολος και ζήτησε να το παραχωρήσουμε προσωρινά και να φιλοξενηθούν στο σπίτι μας οι εικόνες της εκκλησίας. Μας ζήτησε να μείνουμε λίγο ακόμη στα "Πεντακόσια". Το ασβεστώσαμε και παρέμειναν οι εικόνες για ένα διάστημα εκεί, κάποιους μήνες. Στο χώρο της σημερινής εκκλησίας έφτιαξαν μια παράγκα και τις μετέφεραν στη συνέχεια εκεί. Λίγο πιο κει χτίσανε μετά τον Αϊ-Γιάννη και τις πήγαν τελικά εκεί. Η παράγκα φυσικά γκρεμίστηκε, νομίζω το ΄47-΄48.
   Σχολείο πήγα εδώ σε αυτό το χωριό το '46. Ήταν απλό, πάρα πολύ απλό, με βεργιά φτιαγμένο. Οι γονείς μας το έφτιαξαν. Τις βέργες, τα ξύλα αυτά, τα έφερναν από το ρουμάνι, τα πλέκανε στους στύλους που κάθετα, όρθια είχαν στήσει. Τα σοβάντισαν με λάσπη ανακατωμένη με άχυρο, τα ασβέστωσαν κι έτσι έγιναν οι τοίχοι. Δεν υπήρχε πάτωμα, μόνο χώμα. Μια σχετικά μεγάλη αίθουσα υπήρχε και ένα πολύ μικρό γραφείο για τους δασκάλους.
Από τις δασκάλες θυμάμαι την κυρία Άννα, πολύ καλή δασκάλα, πάρα πολύ καλή, είχε και ένα παιδί τότε . Άλλη δασκάλα που θυμάμαι ήταν η κυρία Πόπη και αυτή πολύ καλή δασκάλα. ¨"Ούντρα" μας μοίραζε τρόφιμα και σταφίδες, εγώ δεν έπαιρνα, δεν ήθελα. Θυμάμαι πως η κυρία Πόπη ήρθε στο σπίτι μας, έπιασε τη μάνα μου και ρωτούσε γιατί δεν έτρωγα, ανησυχούσε, ενδιαφέρονταν για τα παιδιά. Από τα σχολικά χρόνια θυμάμαι τις γυμναστικές επιδείξεις, τα ποιήματα που λέγαμε, τις εκδρομές στα κοντινά χωριά. Μαζευόμασταν σε ένα μέρος ανάμεσα στις Πηγές και το Αγίασμα και συναντιόμασταν τα σχολεία και από τα τρία χωριά. Είχαμε κήπο στο σχολείο, οι μεγάλοι λαχανόκηπο, οι μικρότεροι ανθόκηπο. Και το Σασάκη είχαμε μια χρονιά δάσκαλο, κοινοτικό. Κι αυτός μας διάβασε μια χρονιά. Μετά έγινε ταχυδρόμος. Καθόμουν στο ίδιο θρανίο με τη Μαίρη την Αντωνίου. Ήμασταν πολύ καλές φίλες. Πολύ καλή μαθήτρια ήταν η Μαίρη. Μαζί βγήκαμε από το σχολείο. Με εννιά το τελείωσα.
Για το γυμνάσιο ούτε λόγος. Από μικρή φορτώθηκα το αλέτρι και δουλειά, πολλή δουλειά. Η μάνα μου έμεινε χήρα μικρή, στα 24 της. Δυο κορίτσια ήμασταν, ποιος θα πήγαινε δουλειά. Ο πατέρας μου είχε το '41. Ήρθε από την Αλβανία. Πολέμησε στο αλβανικό μέτωπο. Επέστρεψε στο χωριό, γύρισε από την Αλβανία άρρωστος και σε εφτά μήνες πέθανε. Έτσι μείναμε ορφανές η αδερφή μου κι εγώ. Παντρεύτηκα μικρή, το 1958, δεκαεννιά χρονών, στη νέα εκκλησία. Μας πάντρεψε ο παπά-Γιάννης ο Κερανόπουλος, νέος παπάς τότε, στη θέση του παπα-Απόστολου του Πουλουκτσή που είχε πεθάνει.
Θα ψάξω στο σπίτι κι αν βρω φωτογραφίες θα σας τις φέρω με μεγάλη χαρά.

Νέα Καρυά 4 Δεκεμβρίου 2013
Αλεξάνδρα Καραγιάννη

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου