Κυριακή, 16 Μαρτίου 2014

Αναμνήσεις - Ζουμπουλάκη Μαρίκα

Ονομάζομαι Ζουμπουλάκη Μαρίκα. Γεννήθηκα στο παλιό χωριό το 1931. Οι γονείς μου, Ιωάννης Νταβής και η μητέρα μου Πασχαλίνα, το γένος Λασκαράκη, ήταν από τη Θράκη από το χωριό Καρυά.
Τρεις φορές τους έδιωξαν από την πατρίδα. Το 1912 την πρώτη, το 1916 τη δεύτερη και τρίτη και φαρμακερή το 1922. Έτσι έλεγε η μάνα μου. Μικρή ήμουν αλλά ήθελα να τα μαθαίνω όλα, άκουγα με προσοχή τις ιστορίες που έλεγαν οι μεγάλοι. Έρχονταν στην Ελλάδα και ξαναγύριζαν στο χωριό τους. Την τελευταία φορά που τους έδιωξαν δεν ξαναγύρισαν στην Καρυά. Εφτά χρονών ήρθε με την οικογένεια της στην Καβάλα, με τον πατέρα της και τα τέσσερα αδέρφια της. Τη μάνα της την είχαν σκοτώσει οι Βούλγαροι, επειδή έκρυβε τα κορίτσια για να μην πάνε για αγγαρείες. Την χτύπησαν μέχρι θανάτου. Τον παππού της τον είχαν πάρει φυλακή.
Στην Καβάλα όταν φτάσανε ο στρατός τους έβαλε σε κάτι τσαντίρια. Ένα ς αξιωματικός βλέποντας τον πατέρα μου με πέντε παιδιά, τέσσερα κορίτσια και ένα αγόρι, ζήτησε να του δώσει ένα παιδί να το μεγαλώσει αυτός. Ο πατέρας μου τσαλαπατούσε, αντιδρούσε αλλά δεν μπορούσε να κάνει διαφορετικά και του έδωσε τη μάνα μου. Την πήρε και πήγανε στη Χαλανδρίτσα, στην Πάτρα, από εκεί ήταν αυτός, και την είχε σαν παιδί του. Αργότερα μετά τρία τέσσερα χρόνια πήγε ο παππούς μου στην Πάτρα και την πήρε πίσω και την έφερε εδώ στο Καρά-Μπέη.
Στο παλιό χωριό μέναμε στην άκρη, κοντά στο δρόμο που έβγαινε στο Χρυσοχώρι. Σε εκείνον τον οικισμό έμενα όλοι όσοι κατάγονταν από την Καρυά. Το σπίτι μα ς ήταν καλό, το είχε κάνει ο εποικισμός. Ο Νέστος την εποχή εκείνη ήταν πολύ κοντά στο χωριό. Από την άλλη μεριά του ποταμού  είχαμε μαντριά και χωράφια. Ο κόσμος περνούσε με το σάλι και πήγαινε απέναντι.


Εφτά χρονών πήγα στο σχολείο. Το σχολείο ήταν πολύ ωραίο, καινούργιο. Όλοι οι δάσκαλοί μας ήταν ξένοι, από την παλιά Ελλάδα. Στην Πρώτη είχα δασκάλα την κυρία Νίνα. Ήταν ψηλή και αρκετά όμορφη, ήταν καλή. Στη Δευτέρα τον Ξηροτύρη, αυτός έδερνε πολύ. Μια μέρα κάτι έγινε με κάποια παιδιά και μας έδειρε 'όλους ανεξαιρέτως , φταίγαμε δε φταίγαμε. Βάλαμε τα χέρια μας πάνω στο θρανίο και μας χτυπούσε με τα κλειδιά από την πόρτα. Είχαν πρηστεί τα χέρια μας. Όταν γύρισα σπίτι και το είπα στη μητέρα μου απάντησε: " Καλά σας έκανε, να ακούτε το δάσκαλο". Στην Τρίτη τάξη δεν προλάβαμε να κάνουμε ένα μήνα μάθημα, ξέσπασε ο πόλεμος και έκλεισαν τα σχολεία. Κατά τη διάρκεια της βουλγαρικής κατοχής βγήκε διαταγή όσα παιδιά θέλουν να πάνε στα σχολείο να μάθουν βουλγαρικά. Κανένας χωριανός δεν άφησε το παιδί του να πάει σε ένα τέτοιο σχολείο κι έτσι δε λειτούργησε.
Οι Γερμανοί ήρθαν στην περιοχή μας το Μάιο του '41. Θυμάμαι χαρακτηριστικά ένα περιστατικό. Περνούσαν έξω από το σπίτι μας Γερμανοί στρατιώτες. Ένας από αυτούς μπήκε στο σπίτι μας και ζητούσε αβγά. Η μάνα μου τρομαγμένη δεν καταλάβαινε, γιατί αυτός τα έλεγε στα γερμανικά. Της έδειξε κάποια αβγά του είχε πάνω στο τραπέζι κι εκείνη του έδωσε ολόκληρο καλάθι γεμάτο, γιατί φοβήθηκε μη μας κάνει κακό.
Από τα μαθητικά χρόνια, τα λίγα που πρόλαβα να κάνω, θυμάμαι το σχολικό κήπο. Δεν ήταν στην αυλή του σχολείου, αλλά σε ένα χώρο πίσω από τα καφενεία. Τα παιδιά έσπερνα απ' όλα, και λαχανικά και λουλούδια. Ήταν πολύ ωραίος και πολύ περιποιημένος, δεν είχε ούτε ένα χορταράκι.
Το πιο σημαντικό γεγονός στο χωριό ήταν το πανηγύρι που γίνονταν στην πλατεία στο τέλος Αυγούστου. Κρατούσε δεκαπέντε μέρες και μαζεύονταν κόσμος από τα γύρω χωριά. Τι όργανα, τι χορός, τι τραγούδια, χαμός γινόταν! εκεί γινόταν και η πάλη. Από τα τουρκοχώρια της Ξάνθης και Σερραίοι έρχονταν παλαιστές. Ο πατέρας μας δε μας άφηνε να πάμε γιατί ήμασταν μικρές.
Το γεγονός που σημάδεψε το χωριό ήταν οι πλημμύρες. Πλημμύρες γίνονταν και πριν τον πόλεμο. Ειδοποιούσαν από τους Τοξότες τηλεφωνικά την κοινότητα και έλεγαν έρχεται τόσα μέτρα νερό. ..προφυλαχτείτε. Ειδοποιούσαν να φύγει ο κόσμος από το ποτάμι. πριν τον πόλεμο πάντως δεν έφταναν τα νερά μέσα στο χωριό, πλημμύριζαν όμως τα χωράφια μας. Μετά τον πόλεμο άρχισαν οι μεγάλες πλημμύρες. Το νερό ερχόταν ορμητικά, έτρωγε το χώμα και έπεφταν μέσα στις λάσπες τα σπίτια. Τους Καρυώτες ο Νέστος τους χαντάκωσε. ο κάτω μαχαλάς δεν έπαθε τίποτα. Από αυτόν το μαχαλά πήρε μόνο τα καφενεία που ήταν στην πλατεία. Πήρε τη μισή πλατεία, πήρε και την τουλούμπα που ο κόσμος έπαιρνε νερό. Το νερό της ήταν καλό, πόσιμο. Πηγαίναμε με τα λαήνια κάθε βράδυ και παίρναμε το νερό για το σπίτι. Τουλούμπες είχε και σε κάποια σπίτια, μόνο για να ποτίζουν.
Το δικό μας σπίτι δεν το πήρε το νερό. Τη δική μας πλαγιά δεν την πείραξε. Ήμασταν από τους τυχερούς. Το '46 μεταφερθήκαμε κι εμείς στο νέο οικισμό, γιατί ο κόσμος εγκατέλειπε το χωριό. Ήρθαμε στα "Χίλια", κάποιοι λίγοι στα "Πεντακόσια". Κάναμε αρχικά ένα πρόχειρο σπίτι με πλοκάδια και αργότερα όταν έγιναν τα σπίτια του εποικισμού, έδωσαν και σε μας. Δεν ήρθε όλο το χωριό το '46. Τακ τουκ από κανένα σπίτι. Αργότερα ήρθαν οι υπόλοιποι. Εμείς φύγαμε από το παλιό χωριό γιατί καταστράφηκε ο στάβλος μας και φέραμε τα αγελάδια μας εδώ. Στο νέο οικισμό ήρθαν και οι κάτοικοι του Μοναστηρακίου. Και τα δικό τους χωρίο πλημμύρισε. Αργότερα όμως επέστρεψαν γιατί είχαν τα χωράφια τους εκεί.
Το σχολείο δεν το συνέχισα. Από τη μια ήμουν ήδη αρκετά μεγάλη, από την άλλη, από την άλλη είχαμε δουλειές στα χωράφια. Το αγόρι της οικογένειας ήταν μικρότερος και τρέχαμε εμείς τα κορίτσια στις δουλειές. Δεν πήγα ούτε στο νυχτερινό σχολείο. Έχουμε τραβήξει τσάπα στα χωράφια, αλλά δόξα τω Θεό, αφού είμαστε γεροί ακόμα.

Νέα Καρυά 21 Νοεμβρίου 2013
Ζουμπουλάη - Νταβή Μαρίκα

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου