Σάββατο, 1 Μαρτίου 2014

Αναμνήσεις - Ορτακτσής Κωνσταντίνος

     Γεννήθηκα το 1934 στο Καρά-Μπέη. Οι γονείς μου Βασίλης, κατάγονταν από την Αμυγδαλιά της Αν. Θράκης, μητέρα μου η Ειρήνη, αυτή ήταν από τα Γιάννενα. Ο πατέρας μου ήρθε στην περιοχή Καρά -Μπέη το 1916. Έφυγε από την Αμυγδαλιά μαζί με τον αδερφό του Σταύρο το 1912, γιατί ήθελαν να αποφύγουν την στράτευσή τους στον τουρκικό στρατό. Όποιος πήγαινε δύσκολα γύριζε.  Στη γέφυρα του Έβρου τον έπιασαν οι Βούλγαροι και τέσσερα χρόνια δούλευε σε καταναγκαστικά έργα ως ντουρντουβάκι. Τ ο 1916 κατάφερε και το έσκασε, ξέφυγε. Όσοι έμειναν εκεί πέθαναν από τις κακουχίες. Όλη τη Βουλγαρία περπάτησε ως ντουρντουβάκι. Απ' ό,τι μας έλεγε έτη μέρα έφτιαχναν δρόμους και τη νύχτα έσπαζαν πέτρες και χαλίκια. Τράβηξαν πολλά. Ήταν μέσα στην ψείρα. Το 1916 ήρθε με τα πόδια από τη Βουλγαρία στο Καρά-Μπέη δίπλα στο Κοτζά Ορμάν στον αδερφό του το Σταύρο. Αυτός δεν είχε συλληφθεί. Εδώ στο Καρά-Μπέη βρήκε και το Θεοχάρη τον Τσακνιάρη. Μόνο αυτοί οι δύο ήταν Έλληνες. Ήταν με τις οικογένειες τους.  Ο πατέρας μου ήταν ελεύθερος. Ύστερα , μετά από χρόνια ήρθαν εδώ οι υπόλοιποι. Οι δικοί μου δεν γύρισαν ποτέ στην πατρίδα τους. Οι Τούρκοι τα είχαν ρημάξει όλα. Τους άρπαξαν τα χωράφια, τους ξεγύμνωσαν, μόνο με τα ρούχα τους, αυτά που φορούσαν, ήρθαν. Βιος και κόπος μιας ζωής έμειναν εκεί.
Στο Καρά-μπέη μένανε σε καλύβια και δούλευαν στα χωράφια. Το χωριό είχες καμιά τριανταριά Τούρκους, καλοί άνθρωποι, δούλευαν μαζί, δεν είχαν προβλήματα. ύστερα έφυγαν αυτοί και ήρθαν οι δικοί μας. Μετά το '22 το χωριό μεγάλωσε. Οι πρόσφυγες, όλοι από την Ανατολική Θράκη, ήταν άνθρωποι εργατικοί, όλη μέρα δούλευαν. Άλλοι με τα χωράφια, άλλοι με τα γελάδια.
Το σπίτι μας ήταν μέσα στην πλατεία, ανάμεσα στα καφενεία, απέναντι από την κοινότητα. Η εκκλησία έπεφτε λίγο χαμηλά, μακριά. Το χωριό ήταν διχασμένο σε Καρυώτες και Καραμπιώτες. Υπήρχε αντιπαλότητα. Τα παλικάρια μάλωναν μεταξύ τους. Εμείς ήμασταν με τους Καραμπιώτες. Του πατέρα μου ο αδερφός, ο  Σταύρος Ορτακτσής, ήταν καλός άνθρωπος, αρκεί να μην τον πείραζες, μην του πατούσες την ουρά. Όποιος το τολμούσε τις έτρωγε. Ήταν γερό παλικάρι, κανείς δεν μπορούσε να τον ρίξει, ήταν πεχλιβάνης. Αυτός έφερε την πάλη από την πατρίδα, ήταν κι εκεί παλαιστής. Πάλεψε με πολλούς και στην Τουρκία και εδώ. Στο πανηγύρι του χωριού κάποτε ήρθε και ο θείος του Σαμπρί, Μουσταφά πρέπει να τον λέγανε, και βάλανε μπας (στοίχημα) δυο μοσχάρια, τα είχανε δεμένα σε μια ακακία στο κέντρο της  πλατείας. Ο Τούρκος φορούσε κιοσπέτ, ο θείος μου με το βράκι.  Φέρανε ένα γύρο και στο δεύτερο τον αρπάζει γερά, του κάνει μια λαβή, του σπάζει τρία δαχτύλια και τον ρίχνει κάτω. Δεν ήταν μόνο πολύ γερός ήταν και τσαλιμτζής. Πριν τον ρίξει κάτω του είπε:" Έμενα στην Τουρκία δεν μπόρεσε να με νικήσει κανείς, εσύ θα με νικήσεις; Εκεί είχα κιοσπέτι δεκαέξι κιλών". Από τότε δεν ξαναπάλεψε ο Μουσταφά, τον σακάτεψε. Ήταν τόσο δυνατός. Όλοι τον ήξεραν ως Πεχλιβάνη. Έτσι αποκαλούσαν κι εμάς, όχι Οτρακτσήδες, αλλά Πεχλιβάνηδες.
Σχολείο πήγα ως τη Δευτέρα τάξη κι εκείνο μόνο ένα μήνα περίπου, γιατί έγινε ο πόλεμος. Στην Πρώτη τάξη είχα δασκάλα την Πόπη. Στη Δευτέρα τον Αριστείδη τον κοινοτικό δάσκαλο. Μετά τον πόλεμο δε συνέχισα το σχολείο. Ο πατέρας μου έπεσε στο κρεβάτι, είχα δυο αδερφές, κι έκανα ότι μπορούσα να συντηρήσω το σπίτι. Ο πατέρας μου έμεινε ανάπηρος από ξυλοδαρμό από τους Βουλγάρους. Τον πρόδωσαν, τον έπιασαν τον μετέφεραν στην Κεραμωτή και τον "σιδέρωσαν", έφαγε πολύ ξύλο. Ο Βούλγαρος πρόεδρος Τσιτάκωφ, τον ειδοποίησε να σηκωθεί να φύγει, να γλιτώσει, πριν τον συλλάβουν, αλλά δεν τον άκουσε. Τρεις μέρες τον είχαν κρατημένο. Όταν γύρισε σπίτι, τα ποδάρια του ήταν πρησμένα. Τον χτυπούσαν με ξύλο στα πόδια και τα χέρια. Έμεινε παράλυτος. Τον είχαν κατηγορήσει ότι έδινε όπλα στους αντάρτες, στον Καπετάν Ανδρέα.
Πλημμύρες... Το ποτάμι πάτησε και το δικό μας σπίτι. Το νερό είχε φτάσει στο ένα μέτρο μέσα στα δωμάτια. Σε δυο μέρες ο Νέστος το έφαγε, το κατάπιε.  Πήρε και τον αχυρώνα και την αποθήκη και το στάβλο. Σκούπα, τα πήρε όλα, δεν άφησε τίποτα. Οι πλημμύρες έγιναν επί βουλγαρικής κατοχής το '44. Μείναμε κανά δυο τρεις μήνες στου Μπουτζουρά του Σταθάκη. Μας παραχώρησε μια κάμαρα. Ήταν αντίκρυ στο σχολείο. Δεν είχε καταστραφεί το δικό του σπίτι. Φιλοξενηθήκαμε αργότερα και σε κάποιο άλλο σπίτι. Αποφασίσαμε το '45 και φύγαμε στα "Χίλια"  μετά το ανάχωμα, για ασφάλεια, σε ένα σπίτι που κάναμε με τσατμά. Είχαν έρθει και άλλοι. Παίρναμε από το ρουμάνι ξύλα, είχε μπόλικα. Αρχικά κάναμε δικό μας σπίτι, αλλά αργότερα έφυγαν οι Ρασητιώτες, άφησαν κενά τα σπίτια του εποικισμού και μας έδωσαν ένα, το δικαιούμασταν. Δυο δωμάτια, υπάρχει και σήμερα.
Δεν πήγα σχολείο, αλλά θυμάμαι το σχολείο με τα βεργιά. Όταν χτίστηκε το νέο, αυτό έγινε μαγειρειό. Παντρεύτηκα το 1957 στον Αϊ-Γιάννη. Πάντρεψε ο παπα-Γιάννης, ο Κερανόπουλος. Θυμάμαι πίσω από την εκκλησία ήταν το γήπεδο ποδοσφαίρου. Εκεί έπαιζε η ομάδα του χωριού, ο "Αχιλλέας".
Νέα Καρυά 27 Νοεμβρίου 2013 
Ορτακτσής Κώστας

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου