Παρασκευή, 26 Ιανουαρίου 2018

Αναμνήσεις - Κυριαζής Γεώργιος


 Γεννήθηκα το έτος 1931 στο παλιό χωριό. Ο πατέρας μου ήταν ο Δημήτρης Κυριαζής και γεννήθηκε περίπου το 1900 στο Νησί της Μεσσηνίας στην Καλαμάτα, στο χωριό Καληροραχή. Ήταν από την Παλιά Ελλάδα. Η μητέρα μου Δέσποινα Χαλβατζόγλου ήταν  από τη Μικρά Ασία, από το Εσκί Σεχίρ και γεννήθηκε περίπου το 1901. Ο πατέρας μου ήρθε ως γραμματέας το 1925 στην Πέρνη για τρία χρόνια και στο τέλος του 1927 ήρθε στη Νέα Καρυά. Είχε τελειώσει εκείνα τα χρόνια στην Παλιά Ελλάδα το Γυμνάσιο και υπηρέτησε κι ως έφεδρος ανθυπολοχαγός. Αναγκάστηκε και εγκατέλειψε την πατρίδα του και ήρθε στη Μακεδονία λόγω βεντέτας. Ο αδελφός του αγαπούσε μια νέα, την οποία αγαπούσε και ένας άλλος. Η κοπέλα αγαπούσε το θείο μου (έχω το όνομά του). Από φθόνο ο άλλος σε έναν καβγά σκότωσε το θείο μου. Ένας αδελφός του πατέρα μου εκδικήθηκε και σκότωσε το δράστη. Έτσι ο πατέρα μου από το φόβο της βεντέτας έφυγε και ήρθε στη Μακεδονία.

Παντρεύτηκε στην Πέρνη. Η πρώτη γυναίκα του ήταν από την Ανατολική Θράκη. Έκανε δύο παιδιά και πέθανε. Τη λέγανε Σοφία. Ύστερα τον απέσπασαν στην κοινότητα του Καράμπεη. Εδώ παντρεύτηκε για δεύτερη φορά την μητέρα μου Δέσποινα Χαλβατζόγλου που τη γνώρισε στην Καβάλα από προξενιό. Παντρεύτηκαν και έμειναν στο χωριό. Το πρώτο τους παιδί που γεννήθηκε το 1928 ήταν κορίτσι, η Γεωργία, πέθανε όταν ήταν 7 χρονών. Εγώ είμαι το δεύτερο παιδί.

Ο πατέρας ήταν γραμματέας ως το 1941 που ήρθαν οι Βούλγαροι. Μας έκαναν εξορία πέντε οικογένειες, οι τέσσερις από την Κεραμωτή και μία από τη Νέα Καρυά, τη δική μας, επειδή ο πατέρας ήταν γραμματέας. Ο πατέρας μου παρουσιάστηκε στη Θεσσαλονίκη και τοποθετήθηκε ως γραμματέας από την κυβέρνηση Τσολάκογλου στη Σκύδρα της Έδεσσας που ήταν υπό γερμανική κατοχή. Ήταν δεξιών φρονημάτων και κατατάχθηκε στα στρατεύματα του Ναπολέων Ζέρβα και στον εμφύλιο σε κάποια μάχη σκοτώθηκε το 1944. Έτσι έμεινα ορφανός στα δεκατρία μου χρόνια. Από μικρός μπήκα στη βιοπάλη. Το 1945 μείναμε με τη μάνα μου και τα δύο μικρότερα αδέρφια μου, και τα δύο αγόρια, στη Νέα Καρυά.
Mέναμε στο πέτρινο διώροφο σπίτι του Καράμπεη. Το είχε αγοράσει ο πατέρας μου με δάνειο από την Αγροτική Τράπεζα. Στο σπίτι αυτό έμενε στον πάνω όροφο η οικογένεια του Κωνσταντόπουλου Βασίλη, πεθερός του Πουλουκτσή του Γιάννη, που ήταν αξιωματικός, πατριώτης μας Παλιολλαδίτης. Τον αφήσαμε να μένει. Εμείς μέναμε στον κάτω όροφο.
Στο σχολείο  πήγα για τρεις χρονιές. Στη Δ΄ τάξη πρόλαβα μόνο έναν μήνα. Στην Α΄ τάξη είχαμε τον Ξηροτύρη, πολύ αυστηρό δάσκαλο. Τύπος αυστηρός με το που τον έβλεπες έτρεμες. Κρατούσε ένα μάτσο κλειδιά, βάζαμε τα χέρια μας στα θρανία και μας χτυπούσε. Φάγαμε ξύλο… ήταν όμως δάσκαλος, ήταν καλός στο μάθημά του. « Ή θα μάθετε γράμματα ή θα σας σπάσω τα χέρια», έλεγε. Τον είχα δύο χρονιές και στη Β΄ τάξη. Στη Γ΄ τάξη  είχα δασκάλα τη Νίνου Μαρίκα που πρέπει να ήταν από την Παλιά Ελλάδα. Όλοι οι υπάλληλοι, δάσκαλοι, χωροφύλακες ήταν από την Πελοπόννησο. Αυτή ήταν πάντα γελαστή, δεν ήταν αυστηρή. Θυμάμαι το τραγούδι που λέγαμε:
Τι όμορφα περνούμε
το πρωί όταν βρεθούμε,
μες στο σχολειό μας
το αγαπητό μας,
μαθήματα πολλά
τραγούδια ζωηρά,
περνούμε  αδελφωμένα
τα παιδιά μας μαζεμένα.
Μάθημα γυμναστική
ξέρουμε γραμματική,
τα παιδιά μέσα στην τάξη
βρίσκονται εντάξει.
Ζήτω, σε πούμε στο σχολειό μας
ζήτω, και στο γραφείο μας,
μαζί μ’ αυτό.
των Νέων Καρυωτών η Σχολή
μας διδάσκει και μας οδηγεί,
την πατρίδα μας μεγάλη να τη λέμε
το Βασιλιά με ζέση να τιμάμε,
και το μέγα κυβερνήτη (Μεταξάς).
Παιδιά του  δημοτικού ήταν σκαπανείς βοηθοί στην ΕΟΝ (Εθνική Οργάνωση Νεολαίας), την έκανε ο Μεταξάς- και συμμετείχαμε στις παρελάσεις.
Στη Δ΄ τάξη δεν θυμάμαι ποιον είχα, θυμάμαι τη μέρα που κλείσαν τα σχολεία, σαν σήμερα. Μας είπαν οι δάσκαλοι ότι κλείνουν τα σχολεία, κηρύχθηκε πόλεμος. Χτυπούσαν οι καμπάνες, έγινε επιστράτευση.  
Το σχολείο στη Σκύδρα το τελείωσα, τα σχολεία εκεί λειτουργούσαν κανονικά.
Σαν παιδιά παίζαμε τσιλίκ τσομάκ και μακριά γαϊδούρα. Το καλοκαίρι πιάναμε τις κωλοφωτιές (πυγολαμπίδες) και τις κολλούσαμε στο μέτωπο.
Και πριν τον πόλεμο είχαμε προβλήματα με το ποτάμι. Πλημμύρισαν τα χωράφια, γέμιζαν οι αυλές μας νερά και λάσπες.
Το σπίτι στο Καράμπεη.
Ήταν διώροφο με υπόγειο. Στο υπόγειο είχε πλακάκια και μπάνια για τις χανούμισσες. Ήταν πέτρινο και είχε και πλιθιά από τη μέση και πάνω. Οι χωριανοί μας τότε έλεγαν πως στο σπίτι είχε φαντάσματα. Στη στέγη είχε μια σοφίτα, δύο δωματιάκια με έναν φεγγίτη.
Το 1945 όταν επιστρέψαμε, μείναμε για ένα φεγγάρι στο σπίτι μας. Μετά είχαμε τις πλημμύρες και φύγαμε. Στο σπίτι, απ’ ότι μας είπαν, έμεναν Βούλγαροι. Οι πλημμύρες δεν κατέστρεψαν το σπίτι μας, αλλά εμείς φοβηθήκαμε και φύγαμε. Πήγαμε στο Αγίασμα για δυο- τρεις μήνες σε έναν ξένο. Μας φιλοξένησε σε ένα δίπατο σπίτι.
Μετά ήρθαμε στον νέο οικισμό και μείναμε σε παράγκα. Τις είχε κάνει το κράτος (μηχανικός ήταν ο Καλογερόπουλος, της Αλκής της Βουρνάζου της δασκάλας ο παππούς). Μείναμε για έξι- εφτά μήνες και ο εποικισμός μας έδωσε οικόπεδο και σπίτι ως πλημμυροπαθείς. Τα σπίτια είχαν δύο δωμάτια και ένα μαγειρείο, όλα ένα σχέδιο. Το 1947 έφυγα σε συγγενείς στην Αθήνα και έπιασα δουλειά το 1950-1951. Αρραβωνιάστηκα, πήγα φαντάρος, εγκαταστάθηκα το 1954 και έμεινα μόνιμα πια εδώ. Αργότερα έφυγα Γερμανία. Το 1961 έφυγα.
Τη δεκαετία ’60-’70 το μισό χωριό έλειπε στη Γερμανία. Όταν οι δάσκαλοι φώναζαν τους γονείς, πήγαιναν οι παππούδες και οι γιαγιάδες.
Το σπίτι μας στο Καράμπεη το δώσαμε στον Καραγιάννη τον Κωνσταντίνο να το χαλάσει, να πάρει τα υλικά για να κάνει στέγη (κρέμαση) και πρόσθετο δωμάτιο στο σπίτι μας εδώ. Αυτό έγινε το 1952-1953.


Νέα Καρυά 2/4/2015

Κυριαζής Γεώργιος

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου