
Το ’22 έφυγαν
οριστικά από εκεί. Ήρθαν με τα πόδια στο Καρά-Μπεή. Ήρθαν εδώ γιατί χωριανοί
και συγγενείς εγκαταστάθηκαν εδώ. Το πατρικό μου σπίτι στην Καρυά της Ανατολικής
Θράκης το βρήκα όταν πήγαμε εκδρομή με το σχολείο το 2014. Μου το έδειξε ο μπάρμπα-Λευτέρης
ο Αδαλάκης. Είχε πάει με τον σχωρεμένο τον πατέρα μου το 1990 εκδρομή πολλοί
χωριανοί και του υπέδειξε ποιο ήταν.
Έτσι στη δική μας επίσκεψη, ο μπαρμπα –
Λευτέρης ήταν και σε αυτή την εκδρομή, πήγα και το επισκέφτηκα. Ήταν ακριβώς κάτω από
την πλατεία, κατασκευασμένο με πλιθιά. Στην αυλή είχε και πηγάδι. Με τρεις
τέσσερις Τούρκους που συνομίλησα μου είπαν πως και οι δικοί τους γονείς ήταν
πρόσφυγες από Δράμα, Σέρρες και Βέροια. Τα σπίτια διατηρούνταν σχεδόν στην
κατάσταση που τα εγκατέλειψαν οι δικοί μας γιατί απ’ ότι είπαν οι νέοι κάτοχοι δεν
έχουν τίτλους ιδιοκτησίας με αποτέλεσμα να μην μπορούν να τα γκρεμίσουν και να
χτίσουν καινούρια.
Συγκινήθηκα
όταν αντίκρισα το σπίτι των δικών μου. Ήθελα από παλιά να πάω στην πατρίδα των
γονιών μου. Χρόνια το λαχταρούσα. Όμως δουλειές και υποχρεώσεις δε με άφηναν.
Όταν το σχολείο ανακοίνωσε αυτήν την εκδρομή, δήλωσα από τους πρώτους.
Το σόι
της μάνας μου πρέπει να ήρθαν εδώ μια κι έξω το ’22. Εγκαταστάθηκαν με τους
δικούς της στο Χρυσοχώρι. Η μάνα μου πήγε σχολείο στο Χρυσοχώρι. Ήρθαν όμως
γρήγορα στο Καρά- Μπεή και φυσικά δε συνέχισε το σχολείο. Πρέπει να
παντρεύτηκαν με τον μπαμπά μου το 1932. Μέναμε στον επάνω μαχαλά, πάνω από την
πλατεία με τους δικούς μας τους Καρυώτες. Ο κάτω μαχαλάς ήταν πολλές ράτσες,
όλοι όμως Θρακιώτες, από άλλα χωριά.
Το
σπίτι μας ήταν κοντά στην εκκλησία, εκεί που βρίσκεται σήμερα το ξωκλήσι του
Αγίου Ραφαήλ. Το έχτισαν μόνοι τους. Άλλοι βέβαια είχαν κρατικό σπίτι, το είχε
χτίσει το κράτος. Σχολείο πήγα το 1939. Το ’40 που κηρύχτηκε ο πόλεμος ήμουν Β’
τάξη. Πρόλαβα περίπου έναν μήνα να πάω. Δεν θυμάμαι ποιον δάσκαλο είχα στην Α’
τάξη. Θυμάμαι όμως πολύ καλά στην Β’ τάξη ότι είχα την κ. Μαρίκα (Νίνου) που
όταν κηρύχτηκε ο πόλεμος, ήρθε στην αίθουσα με τα κλάματα και μας έδιωξε να
πάμε στα σπίτια μας. Εμείς παιδιά τότε δεν καταλαβαίναμε τι ακριβώς συνέβαινε.
Χαιρόμασταν. Οι καμπάνες χτυπούσαν, οι άνδρες έφευγαν για τον πόλεμο. Όταν
πήγαμε στο σπίτι και είδαμε τον μπαμπά μας να φεύγει τότε συνειδητοποιήσαμε την
πραγματικότητα.

Το ’45
χάλασε το χωριό. Το Πάσχα του ’46 ήρθαμε στο καινούριο χωριό, φτιάξαμε με
πλιθιά και άχυρα μια πρόχειρη κατοικία και μείναμε εδώ. Έξι εφτά οικογένειες
είχαν έρθει τότε. Ο Δρακόπουλος, η Νίτη, ο Δεληγιάννης ο Σταύρος, ο Δεληγιάννης
ο Γεώργιος (ο πατέρας μου), ο Αραβασόπουλος, ο Πουλουκτσής ο Κώστας και ο Ράπτης
ο Αναστάσης ήταν οι πρώτοι που ήρθαν. Εδώ είχαν σπαρμένα κουκιά, σιτάρια, ήταν
χωράφια. Για λίγους μήνες ενώ μέναμε εδώ, πηγαίναμε με τα πόδια στο σχολείο,
στον παλιό οικισμό. Πήγα στη Χρυσούπολη ως τη Β’ Γυμνασίου, αλλά σταμάτησα
γιατί αρρώστησα. Όταν έγινα καλά δεν συνέχισα.
Βουλγαρική
κατοχή

Οι Βούλγαροι έκαψαν πρώτο το δικό μας σπίτι.
Το έκαψαν γιατί θεωρούσαν ότι ο πατέρας μου είχε σχέση με τους αντάρτες. Ο πατέρας για να
γλιτώσει αναγκάστηκε να φύγει στη Θεσσαλονίκη στα ξαδέρφια του. Νύχτα το
έκαψαν. Δεν μας άφησαν να πάρουμε τίποτα. Μόνο τα ρούχα που φορούσαμε. Όλα τα
ζώα τα πήραν αυτοί. Μείναμε στον Δεληγιάννη τον Σταύρο, τον αδερφό του μπαμπά
μου. Ήταν στο ίδιο οικόπεδο το σπίτι του. Ο πατέρας μου επέστρεψε τον Σεπτέμβρη του ’44. Μέχρι το ’45 που
φύγαμε για το Χρυσοχώρι. Εκεί μείναμε στον Γαλέντζα. Είχε διώροφο σπίτι. Στο
ισόγειο είχε ένα δωμάτιο χωρίς παράθυρα και μας φιλοξένησε. Το ’46 την άνοιξη
ήρθαμε στον νέο οικισμό. Μπορούσαμε να ζητήσουμε να μείνουμε στις παράγκες που
έκανε ο εποικισμός αλλά δεν θέλαμε. Αυτές το 1955 πρέπει να τις χάλασαν. Το
’47-’48 ο εποικισμός μας έκανε σπίτι, ένα σαλονάκι και δύο δωμάτια γιατί το
δικαιούμασταν ως πυροπαθείς και πλημμυροπαθείς. Αυτό το κτίσμα υπάρχει ακόμα.
Δεληγιάνης Κωνσταντίνος
6-4-2016 Νέα Καρυά
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου