Τρίτη, 7 Νοεμβρίου 2017

Αναμνήσεις - Γιουβαλάκη - Χρυσαλίδου Άννα

Ονομάζομαι Άννα Γιουβαλάκη (Χρυσαλίδου) και γεννήθηκα στις 12 Φεβρουαρίου του 1929 στο παλιό χωριό. Ο πατέρας μου, Ιωάννης Γιουβαλάκης, γεννήθηκε στη Μαΐστρο της περιφέρειας Αίνου στην Ανατολική Θράκη. Ήρθε πρόσφυγας το ’22 αρχικά για ένα χρόνο στη Νέα Μαΐστρο της Αλεξανδρούπολης. Δούλευε σε ζαχαροπλαστείο στην Αλεξανδρούπολη. Μας έλεγε χαρακτηριστικά: «Παιδιά μου μην τρώτε πάστες. Αυτά που είδαν τα μάτια μου δεν μπορώ να τα ξεχάσω …». Ήρθε όμως εδώ στην περιοχή του Καρά Μπεή γιατί ήταν όλα του τα ξαδέρφια.

Η μητέρα μου ήταν η Αικατερίνη (Κατερίνα) του γένους Μπουσδρούκη. Γεννήθηκε κι αυτή στη Μαΐστρο. Το ’22 ήταν ήδη παντρεμένοι χωρίς όμως παιδιά και έτσι ήρθαν πρόσφυγες μαζί. Η μάνα μου έκανε εννιά παιδιά αλλά επέζησα μόνο εγώ. Οι γονείς είχαν αίμα αρνητικό και τα παιδιά πέθαιναν νεογέννητα. Το πολύ από τριών ημερών ως τριών μηνών ζούσαν. Φώναζαν τον παπά για να τα βαφτίσει, συνήθως αεροβάπτισμα. Δεν προλάβαιναν να τα πάνε στην εκκλησία στην κολυμπήθρα. Έχω μια αδερφή υιοθετημένη, η οποία έχει πεθάνει εδώ και χρόνια.
Μέναμε στον κάτω μαχαλά γιατί ήμασταν Καραμπιώτες. Οι άλλοι του πάνω μαχαλά ήταν όλοι Καρυώτες. Τα παλιά χρόνια οι άνθρωποι εξέταζαν πράγματα ανεπίτρεπτα. Δεν ήταν ωραίο πράμα αυτός ο διαχωρισμός. Μεσοχώρι ήταν η περιοχή που ήταν τα καφενεία, η πλατεία δηλαδή στη μέση του χωριού. Σχολείο πρώτο πήγα το 1935 στην Α’ τάξη. Δεν θυμάμαι δάσκαλο ή δασκάλα. Στο σχολείο όμως στις μεγάλες τάξεις ήταν ο κ. Χριστόφορος και η κ. Τερψιθέα, που ήταν αντρόγυνο. Εκείνη η χρονιά ήταν η τελευταία τους. Έφυγαν για Αθήνα, ήταν από εκεί. Ο κ. Χριστόφορος έβγαλε λόγο και όλα τα παιδιά έκλαιγαν. Τόσοι καλοί άνθρωποι ήταν. Ο κ. Χριστόφορος ήταν ψηλός, με μαύρο φρύδι, πάρα πολύ όμορφος. Η κ. Τερψιθέα ήταν ψηλή κι αυτή πανέμορφη, καστανή. Τους προτιμούσε το χωριό. Πρέπει ο κ. Χριστόφορος να ήταν διευθυντής. Στη Β’ τάξη στο σχολείο δε θυμάμαι το δάσκαλο ή τη δασκάλα που είχα. Δάσκαλοι εκείνη την εποχή ήταν ο Ξηροτύρης, τον είχα σε κάποια τάξη, η Μαδιά από την Κρήτη και μια δεσποινίδα Μαρίκα από τον Πειραιά. Είχα και ακουστά κάποιον δάσκαλο Σπανό. Την Πόπη την είχα στη Δ’ και στην Ε’ τάξη. Στη Γ’ τάξη μάλλον είχα τον Ξηροτύρη. Κάθε Δευτέρα πρωί πρωί βάζαμε τα χέρια στα θρανία και έλεγχε τα νύχια μας. Όποιος είχε βρώμικα χέρια ή νύχια άκοπα μας χτυπούσε με τα κλειδιά. Ο Ξηροτύρης ήταν πολύ καλός δάσκαλος, σοβαρός, ψηλός, ωραίος ήταν όμως αυστηρός. Μάθημα σωστό, πολύ ωραία μας έκανε. Σε κάθε θρανίο καθόμασταν τρεις. Πίσω πίσω είχε μεγαλύτερα θρανία που κάθονταν έξι έξι. Είχαμε κάποιο συμμαθητή Γιάννη Καρατζά, ζωγράφιζε πολύ ωραία. Ό,τι ζωγραφιές είχαμε για το σχολείο και δεν καταφέρναμε μας τις έκανε εκείνος.
Το 1940 (Δευτέρα 28 Οκτωβρίου) δεν είχαν ξεκινήσει καλά καλά το μάθημα και κηρύχτηκε ο πόλεμος. Ήμουν στη Στ’ και είχα την κ.Πόπη. Ο άνδρας της εκείνη την ημέρα ήρθε τρέχοντας και την ενημέρωσε για την επιστράτευση. Εκείνη λιποθύμησε όταν το άκουσε. Οι καμπάνες χτυπούσαν, μικροί μεγάλοι έκλαιγαν, υπήρχε μεγάλη αναστάτωση.
Όταν ήμουν στη Δ’ τάξη μάλλον, για την Εθνική Νεολαίας (ΕΟΝ) ράψαμε ειδική στολή, μπλε φόρεμα, δίκοκα, και άσπρες γραβάτες. Κάναμε παρελάσεις μπροστά στο σχολείο. Μας διέταξαν οι δάσκαλοι, πήραμε υφάσματα, τα ράψαμε στη μοδίστρα και κάναμε γιορτή. Δυστυχώς το σχολείο δεν το τελείωσα. Ήμουν έντεκα χρονών όταν έκλεισαν τα σχολεία. Πέρασαν τέσσερα χρόνια όταν άνοιξαν. Ήμουν πιο μεγάλη, δεκαπέντε χρονών. Μπορεί να μη με έπαιρναν στα χωράφια, έκανα όμως τις δουλειές του σπιτιού. Μαγείρευα, έπλενα, ζύμωνα, καθάριζα. Αγαπούσα το σχολείο, ήμουν καλή στα γράμματα αλλά δεν μπόρεσα να συνεχίσω. Διάβαζα πολύ, μόνο στα μαθηματικά ζοριζόμουν και με βοηθούσε ο πατέρας μου. Με την μάνα μου μάθαινα την ορθογραφία. Φρόντιζα να μην κάνω κανένα λάθος για να μην χάσω το άριστα. Στο σχολείο πηγαίναμε πρωί βράδυ.
Την κατοχή στο σχολείο μένανε οι Βούλγαροι στρατιώτες. Ο Βούλγαρος πρόεδρος ο Τσιτάκωφ ήταν πολύ καλός. Φρόντιζε τους Έλληνες, στεφάνωσε αρκετούς. Κάποια στιγμή θυμάμαι ότι μας μάζεψαν στην πλατεία για να μας εκτελέσουν. Ευτυχώς δεν το κάνανε. Ο Τσιτάκωφ προστάτεψε αρκετούς Έλληνες. Τον πεθερό μου τον προειδοποίησε ότι θα τον συλλάβουν γιατί συνεργαζόταν με τους αντάρτες. Τον ειδοποίησε και απέφυγε τη σύλληψη. Κατέφυγε στο δάσος και έγινε καπετάνιος. Ο γνωστός καπετάν Ανδρέας.
Πλημμύρες
Ο πάνω μαχαλάς των Καρυωτών καταστράφηκε. Ολόκληρα σπίτια χάνονταν μέσα στο νερό. Από τον δικό μας μαχαλά δεν χάλασε κανένα σπίτι. Τα χωράφια μας όμως καταστράφηκαν. Όλος ο κόσμος έφυγε για τον νέο οικισμό και έτσι αναγκαστήκαμε να μετακινηθούμε κι εμείς στο νέο χωριό. Σε οικόπεδο, όλοι πήραμε από δύο στρέμματα. Φτιάξαμε ένα πρόχειρο σπίτι. Αργότερα κάναμε το σπίτι μας κανονικά. Από τα υλικά του σπιτιού μας, όσα μπορέσαμε, κάνανε το προσωρινό. Το 1952-53 κάναμε το κανονικό σπίτι μας. Εξήντα σπίτια είχε κάνει ο εποικισμός. Από τις διακόσιες οικογένειες προηγήθηκαν αυτοί που είχαν μεγαλύτερη ανάγκη.
Πρωινή προσευχή
Όπου κι αν στρέψω τη ματιά μου
πάντα Εσέ Θεέ θα δω
και με το νου και την καρδιά μου
στέκομαι και όλο σε Ευλογώ.

Λέγαμε καλημέρα κάθε πρωί και μπαίναμε στις αίθουσες.

Τραγούδι
Πέρδικα μικρή πέρδικα μεγάλη
που μέσα στο χωριό είσαι η πιο μεγάλη.
Έλα εδώ για να σου πω σωστά
πως εγώ σε αγαπώ τρελά.
Μα αυτή είναι παινεμένη και ξακουστή
 όπου πάει, όπου βρεθεί κι όπου σταθεί.
Είναι ένα τραγούδι που το λέγαμε όταν ήμασταν στη Γ’ τάξη.

Νέα Καρυά

11-4-2016

Γιουβαλάκη  - Χρυσαλίδου Άννα


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου