Κυριακή, 8 Οκτωβρίου 2017

Αναμνήσεις - Καραμητζιώτης Βασίλειος



                     Νέα Καρυά 24-2-2017
Ονομάζομαι Καραμητζιώτης Βασίλειος γεννημένος στο παλιό χωριό το 1933. Ο πατέρας μου Απόστολος από την Καράμτζα της Ανατολικής Θράκης (κοντά στην Κεσάνη), γι αυτό πήραμε αυτό το επώνυμο. Τον παππού μου Θανάση τον κυνηγούσαν οι Τούρκοι, είχε σκοτώσει δύο Τούρκους και για να γλιτώσει ήρθε στην Ελλάδα. Έτσι τον πατέρα μου και τα δύο αδέρφια του τα πήρε ο παππούς Γεωργουλάς Νικόλαος στην Καρυά.

Η μάνα μου Τσιμπούρη Φωτεινή γεννημένη στην Καρυά κι αυτή. Ήρθαν πρόσφυγες το ’22 μαζί με τους άλλους συγχωριανούς τους. Παντρεύτηκαν εδώ στο Καράμπεη (Καρυά) στο παλιό χωριό. Μέναμε στον πάνω μαχαλά στους Καριώτες φυσικά. Το σπίτι μας ήταν προς το Τόιλαρ και ήταν το πρώτο που πήρε το ποτάμι με τις πλημμύρες. Το σπίτι μας ήταν 2 χιλιόμετρα περίπου μακριά από το Τόιλαρ. Όσο απέχει σήμερα η Νέα Καρυά από το Χρυσοχώρι. Οι γονείς μου ασχολούνταν με τη γεωργία, αλλά ο μακαρίτης ο πατέρας μου έκανε και αγροφύλακας (περίπου τρία χρόνια).
Σχολείο πήγα το 1939. Το 1940 προβιβάστηκα στη Β’ τάξη αλλά μετά από λίγο ξέσπασε ο πόλεμος κι έκλεισαν τα σχολεία. Θυμάμαι ότι ήμασταν σχολείο και ακούσαμε το μεγάφωνο της κοινότητας (σε έναν πάσαλο στο κέντρο της πλατείας) που ανακοίνωσαν την κήρυξη του πολέμου. Θυμάμαι ότι είχαμε κατοχή και είχαμε τις πλημμύρες. Το ποτάμι έβγαινε έξω από την κοίτη, έφερνε πολλά νερά κι έτρωγε το έδαφος. Άλλαζε το γιάρι (όχθη). Ο πατέρας τα ήξερε τα βουλγάρικα (τα είχε μάθει στην πρώτη Βουλγαρία). Δεν τα μιλούσε όμως για να μην τον πάρουν χαμπάρι και του ζητάνε να κάνει το διερμηνέα. Θυμάμαι το συνεργείο από έναν υπαξιωματικό και δύο στρατιώτες Βούλγαρους που περνούσαν από τα σπίτια κι έπαιρναν ότι τρόφιμα είχαμε. Οι δικοί μου όπως κι όλοι σχεδόν οι Καρυώτες βοηθούσαν τους αντάρτες, ήταν τροφοδότες τους. Οι Βούλγαροι έφυγαν πρώτη φορά την άνοιξη του ’44, αλλά ξαναγύρισαν κι έφυγαν οριστικά το Σεπτέμβρη του ’44.
Μετά στην περιοχή κυριάρχισε το ΕΑΜ-ΕΛΛΑΣ για έξι μήνες περίπου. Στο σχολείο που πήγα ο δάσκαλος Χαλβατζόγλου (από Θεσσαλονίκη πρέπει να ήταν) απ’ ότι θυμάμαι, μας μάθαινε το τραγούδι « Το ΕΑΜ το ΕΛΑΣ προχωράει για μια νέα ΕΛΛΑΣ»
Μέχρι να ξεχωρίσουν τα αντάρτικα Εθνικιστές- Κουμουνιστές (στην κατοχή ήταν όλοι μαζί) δάσκαλο είχαμε κάποιον ονόματι Καφέ. Γ’ τάξη πήγα μετά το ΕΑΜ.
Θυμάμαι τον Παπατσώτο τον γέρο από Γραβούνα τον Γανίτη Αριστείδη από Καβάλα, κοινοτικό, και την Πόπη  τη διευθύντρια.
Το σπίτι μας πλημμύρησε κι έπεσε μέσα στο ποτάμι. Ο Νέστος έτρωγε το χώμα. Ήταν ακόμη οι Βούλγαροι (’44) και μείναμε στον παππού τον Αργύρη Καραμητζιώτη που έμεναν στην δυτική πλευρά των Καρυωτών.
Την Γ’ και την Δ’ τάξη (1945-1946) τις πέρασα σε μια χρονιά, όχι μόνο εγώ , αλλά κι άλλοι που ήμασταν μεγαλύτεροι σε ηλικία. Θυμάμαι επίσης τη δασκάλα την Άννα. Στην ΣΤ’ τάξη το 1947-1948 ήρθα εδώ στο σχολείο. Ήταν το σχολείο με τα πλοκάδια. Από εδώ αποφοίτησα . Τότε ετοιμαζόταν το καινούριο κτίριο , όχι αυτό, το προηγούμενο. Δεν το πρόλαβα. Έμοιαζε με αυτό του παλιού χωριού. Αφού ολοκληρώθηκε το νέο κτίριο, το πρόχειρο αυτό με τα πλακάδια έγινε μαγειρείο για τα συσσίτια.
Η κυρά Δέσποινα, η μητέρα του Κυριαζή του Γιώργου, ήταν μαγείρισσα κι ετοίμαζε τα φαγητά. Αργότερα το γκρέμισαν. Ήταν μια αίθουσα όλα τα παιδιά μαζί.  Εμείς οι μεγάλοι ήμασταν λίγοι και κάναμε μάθημα σε δύο μεγάλα αυτοσχέδια θρανία σε μια γωνία. Τότε ήταν  η Πόπη σε αυτό το πρόχειρο σχολείο. Όταν ήταν να έρθει ο επιθεωρητής τους «κακούς» μαθητές τους εξαφάνιζε, τους έστελνε σπίτι της στον στάβλο να καθαρίσουν και να φροντίσουν τα ζώα.
Ήμουν μαθητής μεσαίας τάξης , καλούτσικος δηλαδή. Ξύλο έτρωγα όχι για το μάθημα, αλλά γιατί δεν καθόμασταν καλά. Ήμουν καλός στα θεατρικά, στις γιορτές που κάναμε. Έπαιζα πολύ καλά τους κωμικούς ρόλους κι έκανα τους θεατές να γελούν (έπαιξα τον Κατή, μια τσιγγάνα την Κάρμεν κ.α)
Τότε στο τέλος της  χρονιάς γράφαμε διαγωνίσματα. Όταν τελείωσα το δημοτικό ο παππούς μου (Τσάφας) με πήρε και με πήγε στη Χρυσούπολη στο Σιούτη και ρώτησε αν μου αρέσει αυτή η δουλειά. Απάντησα ναι κι έτσι έμαθα κοντά του την τέχνη του λευκοσιδηρουργού. Την πρώτη χρονιά έμενα στη Χρυσούπολη, αργότερα πηγαινοερχόμουν καθημερινά με το ποδήλατο. Θυμάμαι όταν χιόνιζε περίμενα να περάσει κάποιο αυτοκίνητο να πατήσει το χιόνι κι έτσι να περάσω κι εγώ στις πατημασιές.
Καραμητζιώτης Βασίλειος

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου